Κόντευαν οι διακοπές του Πάσχα,όταν μια είδηση ευχάριστη έκανε την καρδιά μου να φτερουγήσει.
Η μητέρα μου μου ανήγγειλε ότι μόλις σταματούσε το σχολείο ,την μεγάλη Τετάρτη θα φεύγαμε για το νησί. Στο νησί που είχα περάσει τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου.
Ο πατέρας μου που είχε το πατρικό του σπίτι σ'αυτό το νησί,είχε αποφασίσει να κατεδαφίσει το παλαιό οικοδόμημα που στις μέρες του είχε να διηγηθεί ημέρες χλιδής και δόξας ,γιατί ήταν τελείως εγκαταλελειμμένο,και δεν επισκευαζόταν εύκολα.Οπόταν στην θέση του είχε κτίσει μια συμπαθητική μονοκατοικία,μέσα σε ένα περιβόλι 3 στρεμμάτων.
Το σπίτι ήταν κτισμένο σ'ενα στενάκι με καλντερίμι ,με ένα μικρό πεζοδρομιάκι από τις δυό μεριές και από το ενδιάμεσο δρομάκι, μόνο γαιδουράκι μπορούσε να περάσει.Έτσι το αυτοκίνητο που μας πήγαινε στο σπίτι ,σταμάταγε στο κεντρικό δρόμο ,λίγα μέτρα από το σπίτι.Εκείνη την εποχή ήταν χωματόδρομος.Λίγο πιό πέρα από το σπίτι ήταν ο ποταμός.Μην φανταστείτε ότι ήταν ο Αλιάκμων η ο Έβρος, ήταν ένας χείμαρος που κατέληγε στην θάλλασα που απείχε καμιά εκατοστή μέτρα από το σπίτι.Ο χείμαρος αυτός ,είχε ένα γεφύρι για να λειτουργεί ο κεντρικός δρόμος και που η παιδική μου φαντασία τον θεωρούσε λεωφόρο.
Δίπλα ακριβώς από το γεφύρι ήταν η εκκλησία η Παναγία.Εκει κάθε κυριακή τα καλοκαίρια εκκλησιάζόταν όλη η οικογένεια.Το νησί ήταν ο τόπος μου.Εκει όλα ήταν καλά ,όλα μαγικά όλα μυρωδάτα.
Ήρθε η πολυπόθητη μέρα που θα φεύγαμε.Οι βαλίτσες ήταν από την προηγούμενη μέρα έτοιμες και εγώ ευτυχισμένη.Η καρδιά μου χοροπηδούσε από την χαρά και την αγαλίαση.Κύριε τι δώρα μου έδωσες??????επιτέλους το ταξί που θα μας πήγαινε στο λιμάνι ήρθε και μετά δέκα λεπτά επιβιβαζόμαστε.Δεν με ένοιαζε αν το πλοίο θα αργούσε να φύγει γιατί ήμουν πλέον στο καθ'οδόν.Πήγαμε τα πράγματα στην καμπίνα και μετά πήγαμε και καθήσαμε στο σαλόνι.Τα πλοία τότε δεν ήταν σαν τα σημερινά αλλά στην φαντασία μου ήταν κρουαζιερόπλοιο.Κάποτε ξεκίνησε το πλοίο και βγήκα στο κατάστρωμα να χαιρετήσω τον Πειραιά.μετά ξαναμπήκα μέσα και σε λίγο πήγαμε στην τραπεζαρία να φάμε.Όλοι μέσα στο πλοίο ήξεραν τον πατέρα μου αφού όλους κατά καιρούς τους είχε εξυπηρετήσει λόγω επαγγέλματος.
Τα γκαρσόνια στεκόντουσαν από πάνω μας να εκτελέσουν κάθε μας επιθυμία.Φάγαμε και ευχαριστηθήκαμε και σε λίγο ο πατέρας έδωσε το σύνθημα ότι ήταν η ώρα να πάμε για ύπνο.
Εγώ διάλλεξα την επάνω κουκέττα και άναψα το φωτάκι ,πήρα το βιβλίο μου να διβάσω.
Στις 6 το πρωί φτάσαμε στο νησί που είναι πριν από το δικό μας και από εκεί καταγόταν η μητέρα μου. Βγήκαμε έξω και μας περίμεναν οι συγγενείς μας .ήπιαμε εκεί καφέ και σύντομα ξαναμπήκαμε στο πλοίο.Είχαμε ακόμα 4 ώρες για να φτάσουμε.Εγώ ανεβοκατέβηκα καταστρώματα και εξερευνούσα το πλοίο .Η μητέρα μου ανησυχούσε αλλά ο πατέρας μου κατα ένα περίεργο λόγο δεν είχε καμία ανησυχία.Λόγω επαγγέλματος θεωρούσε το πλοίο το πιο ακίνδυνο μέσο.
Αιστάνθηκα την αλμύρα της θάλασσας ,τα ρουθούνια μου γέμισαν από τον υγρό και μυρωδάτο αέρα και γενικά ήμουν ενθουσιασμένη.Με την θάλασσα είχα πάντα μια περίεργη εξοικίωση.Την λάτρευα την λαχταρούσα και όταν ήμουν μέσα στο νερό αισθανόμουν σαν γοργόνα.Μέχρι πολύ μεγάλη κολυμπούσα σαν δελφίνι ,βουτούσα από βράχους έκανα μακροβούτια και γενικά ήταν η αγάπη μου.Κάποτε ένας φίλος του γυιού μου με είπε <πουροδέλφινο>.
Κάποτε αρχίσαμε να πιάνουμε τα παράλια του νησιού.Καταπράσινο καμάρωνε στα νερά του Αιγαίου,και σου έδινε την εντύπωση ότι κάπως έτσι πρέπει να είναι ο Παράδεισος.
Παραλία παραλία φτάσαμε στο λιμάνι περνώντας την πρωτεύουσα με τα αρχοντικά της σπίτια που ήταν φιλοτεχνημένα από σπουδαίους αρχιτέτονες και ήταν ιδιοκτησίες των πιο επιφανών οικογενειών του νησιού.
Φτάσαμε μεσημεράκι,,ο καιρός ήταν γλυκός και η ατμόσφαιρα ευχάριστη. .Αισθανόμουν back home.
;Όμως μόλις φτάσαμε στο σπίτι η χαρά μεγάλωσε γιατί μπαίνοντας στα δρομάκια του προαστίου ,οι μυρωδιές με λίγωναν, γιασεμιά γιούλια πικροδάφνες και άλλες γνώριμες αισθήσεις και αναμνήσεις με συνέπαιρναν..Και το πιο εντυπωσιακό ήταν κάτι που δεν το είχα δεί ποτέ .Ο ποταμός που λέγαμε ήταν γεμάτος ανεμώνες ,κρινάκια και κυκλάμινα με τα ψιλόλιγνα κορμάκια τους και τα μωβιά κεφαλάκια τους γερμένα λίγο εμπρός σαν κοπελίτσες καλλίγραμες και ντροπαλές..
Το αυτοκίνητο σταμάτησε και οι άνθρωποι που ήταν όλοι δικοί μας και μας αγαπούσαν και τους αγαπούσαμε πήραν τις βαλίτσες και προχώρησαν πρώτοι.Ο πατέρας τους είχε δώσει κλειδιά και το σπίτι ήταν καθαρό και στολισμένο με λουλουδια και πιατέλες μα κουλουράκια και άλλα γλυκά.
Μου άρεσε πολύ αν και ήταν ένα μικρό σπίτι με τρία υπνοδωμάτια και ένα σαλονάκι ,μια μεγάλη κουζίνα και το λουτρό.Ηταν πολύ φωτεινο ασπροβαμένο εξωτερικά με γαλάζια παράθυρα και πορτα που είχε τζάμι και απ'εξω κάγκελα με σχέδια.Τα παρτέρια του φρεσκοφυτεμένα με κατηφέδες γαρυφαλιές και φούξιες και γλάστρες με τριαντάφυλλα διαφόρων χρωμάτων.Πίσω από το ένα παρτέρι υψωνόταν ένα τυχάκι που χώριζε την αυλή από το τα εσπεριδοειδή.Λεμόνια πορτοκάλια κίτρα και άλλα και στο βάθος το πηγάδι που στα παιδικά μου χρόνια το γύριζε ένα γαιδουράκι και τώρα είχε μετατραπεί σε ηλεκτροκίνητο για να στέλνει το νερό στην στέρνα και να ποτίζεται το περιβόλι με τα διάφορα ζαρζαβατικά.
Υπήρχε κααι ο περιβολάρης που ο πατέρας μου του είχε φιάξει στην άκρη του κτήματος ένα σπιτάκι για να μένει με την οικογένειά του και να φροντίζει το κτήμα.Καθώς μπήκαμε από την αυλόπορτα μου έκανε εντύπωση μια μωβ μποκαμβίλια που έπιανε όλα τα καγκελα και το γιασεμί που μοσκοβολούσε.
Οι άνθρωποί μας είχαν ετοιμάσει και φαγητό,δεν θυμάμαι τι ήταν αλλά μάλλον κανένα λαδερό απο το περιβόλι γιατί ήταν μεγάλη Πέμππτη.
Ξεκουραστήκαμε λίγο για να πάμε μετά στα 12 ευσγγέλια.Η αίσθηση όταν μπήκα στην εκκλησία ήταν κι αυτή αίσθηση αγαλίασης και ευλογίας.Εκεί συναντήσαμε όλους τους φίλους και γνωστούς και εμείς τα παιδιά βγαίναμε και πότε πότε έξω να πούμε δυό κουβέντες και να ξαναθυμηθούμε τις καλοκαιρινές τρέλλες.Έγινε και η σταύρωση με την αίσθηση που έπρεπε και αφού ακούσαμε κανα δυο ευαγγέλια ακόμα γυρίσαμε στο σπίτι γιατί είμαστε πολύ κουρασμένοι.
Τσιμπίσαμε κάτι και πέσαμε να κοιμηθούμε .Τα σεντόνια μοσκοβολούσαν όπως και ολόκληρο το σπίτι μύριζε καινουργίλα.
Οι μέρες κύλισαν γρήγορα και ευχάριστα .Εγώ κάθε πρωί έμπαινα στον ποταμο ,που ευτυχώς ήταν στεγνός γιατί δεν είχς βρέξει καθόλου και μάζευα ανεμώνες και κυκλάμινα.Μετά πήγαινα στο ν κήπο με τα ξυνά και έκοβα πορτοκάλια για να στίψουμε τις πορτοκαλάδες.
Μετά για το μποστάνι για να κόψω ότι καλλίτεερο έβρισκα.Υστερα ήμουν ελεύθερη να βρω τους φίλους μου και να περάσω ευχάριστες και διασκεδαστικές ώρες.ΟΙ μέρες πέρασαν γρήγορα ,αλλά αυτή η αλλαγή ήταν ότι το καλλίτερο μπορούσε να μου συμβεί.
Αλλωστε το καλοκαίρι ήταν κοντά και ο καιρός θα περνούσε γρήγορα.
Αυτό το Πάσχα ήταν από τα καλλίτερα της ζωής μου.Ήταν ένα συν στην ζωή μου ,,μαζί με όλα τα άλλα που είχα πάρει από την ζωή με τους γονείς μου.Πέρασα και δυσκολίες αλλά ανευ σημασίες γιατί από τη δύναμη που μου έδωσε ο Θεός για να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της μετέπειτα ζωής μου και απ'οτι ξέρω η παιδική ηλικά είναι βασικό στοιχείο στις δυνατότητες που θα εμφανίσεις ,,όταν έρθουν τα δύσκολα.
Ο Θεός με ευλόγησε με όλες του τις ευλογίες ,αλλά εγώ στεκόμουν στα δύσκολα .Αναρωτιώμουν αν φταίω εγώ και το συμπέρασμα που έβγαζα ήταν ότι εγώ κάτι δεν έκανα καλά.Μπήκα στην ορειβασία με ψηλοτάκουνα παπούτσια γιατί ποτέ στα νεανικά μου χρόνια δεν είχα αντιμετωπίσει κάτι που έπρεπε να αναλάβω ευθύνη.Δεν δούλεψα δεν συγχρωτίστηκα με παράξενα ,δεν επαναστάτησα ποτέ ,
ήταν επόμενο να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου ,όταν με το καλημέρα σας άρχισαν τα δύσκολα. Είχα όλα τα αγαθά του Θεού .Καλόν άντρα άνεση οικονομική ,για μένα βέβαια που ήμουν μετρημένη σε όλα.Είχα φίλους συγγενείς που ήθελαν να βοηθήσουν αλλά ο Σταυρός ήταν δικός μου.Αν δεν ήμουν πάντα τόσο προστατευμένη και τόσο υπερκαταξιωμένη από τους γονείς και τους δασκάλους μου ίσως να ήξερα να παλεύω και να μην τα παίρνω όλα σαν προσωπική αποτυχία.
Δεν πειράζει όμως ,καλιο αργά παρά ποτέ ,,έμαθα το μάθημά μου και ίσως αυτοί οι άνθρωποι που ήταν δίπλα μου ,έτσι έπρεπε να είναι και ήταν και οι δάσκαλοί μου.
Ο Θεός ήρθε στην ζωή μου γιατί χρόνια τον αναζητούσα ,ήξερα πολλά για τον Θεό ,αλλά τον ίδιο δεν τον είχα συναντήσει.
Εκείνος βλέποντας τον αγώνα μου ,ήρθε στην ζωή μου ,και όλα άλλαξαν μέσα μου ,όχι εξωτερικά.
Τώρα αναρωτιέμαι τι μου συνέβει όλα τα χρόνια που έχοντας μια καλή ζωή δεν μπόρεσα να την ζήσω.
Ξέρω μου έλειπε η γνώση της αγάπης του Θεού.Δόξα σε σένα Κύριε που δεν αφήνεις απληροφόρητες τις καρδιές που σε αναζητούν.
Η μητέρα μου μου ανήγγειλε ότι μόλις σταματούσε το σχολείο ,την μεγάλη Τετάρτη θα φεύγαμε για το νησί. Στο νησί που είχα περάσει τα ωραιότερα καλοκαίρια της ζωής μου.
Ο πατέρας μου που είχε το πατρικό του σπίτι σ'αυτό το νησί,είχε αποφασίσει να κατεδαφίσει το παλαιό οικοδόμημα που στις μέρες του είχε να διηγηθεί ημέρες χλιδής και δόξας ,γιατί ήταν τελείως εγκαταλελειμμένο,και δεν επισκευαζόταν εύκολα.Οπόταν στην θέση του είχε κτίσει μια συμπαθητική μονοκατοικία,μέσα σε ένα περιβόλι 3 στρεμμάτων.
Το σπίτι ήταν κτισμένο σ'ενα στενάκι με καλντερίμι ,με ένα μικρό πεζοδρομιάκι από τις δυό μεριές και από το ενδιάμεσο δρομάκι, μόνο γαιδουράκι μπορούσε να περάσει.Έτσι το αυτοκίνητο που μας πήγαινε στο σπίτι ,σταμάταγε στο κεντρικό δρόμο ,λίγα μέτρα από το σπίτι.Εκείνη την εποχή ήταν χωματόδρομος.Λίγο πιό πέρα από το σπίτι ήταν ο ποταμός.Μην φανταστείτε ότι ήταν ο Αλιάκμων η ο Έβρος, ήταν ένας χείμαρος που κατέληγε στην θάλλασα που απείχε καμιά εκατοστή μέτρα από το σπίτι.Ο χείμαρος αυτός ,είχε ένα γεφύρι για να λειτουργεί ο κεντρικός δρόμος και που η παιδική μου φαντασία τον θεωρούσε λεωφόρο.
Δίπλα ακριβώς από το γεφύρι ήταν η εκκλησία η Παναγία.Εκει κάθε κυριακή τα καλοκαίρια εκκλησιάζόταν όλη η οικογένεια.Το νησί ήταν ο τόπος μου.Εκει όλα ήταν καλά ,όλα μαγικά όλα μυρωδάτα.
Ήρθε η πολυπόθητη μέρα που θα φεύγαμε.Οι βαλίτσες ήταν από την προηγούμενη μέρα έτοιμες και εγώ ευτυχισμένη.Η καρδιά μου χοροπηδούσε από την χαρά και την αγαλίαση.Κύριε τι δώρα μου έδωσες??????επιτέλους το ταξί που θα μας πήγαινε στο λιμάνι ήρθε και μετά δέκα λεπτά επιβιβαζόμαστε.Δεν με ένοιαζε αν το πλοίο θα αργούσε να φύγει γιατί ήμουν πλέον στο καθ'οδόν.Πήγαμε τα πράγματα στην καμπίνα και μετά πήγαμε και καθήσαμε στο σαλόνι.Τα πλοία τότε δεν ήταν σαν τα σημερινά αλλά στην φαντασία μου ήταν κρουαζιερόπλοιο.Κάποτε ξεκίνησε το πλοίο και βγήκα στο κατάστρωμα να χαιρετήσω τον Πειραιά.μετά ξαναμπήκα μέσα και σε λίγο πήγαμε στην τραπεζαρία να φάμε.Όλοι μέσα στο πλοίο ήξεραν τον πατέρα μου αφού όλους κατά καιρούς τους είχε εξυπηρετήσει λόγω επαγγέλματος.
Τα γκαρσόνια στεκόντουσαν από πάνω μας να εκτελέσουν κάθε μας επιθυμία.Φάγαμε και ευχαριστηθήκαμε και σε λίγο ο πατέρας έδωσε το σύνθημα ότι ήταν η ώρα να πάμε για ύπνο.
Εγώ διάλλεξα την επάνω κουκέττα και άναψα το φωτάκι ,πήρα το βιβλίο μου να διβάσω.
Στις 6 το πρωί φτάσαμε στο νησί που είναι πριν από το δικό μας και από εκεί καταγόταν η μητέρα μου. Βγήκαμε έξω και μας περίμεναν οι συγγενείς μας .ήπιαμε εκεί καφέ και σύντομα ξαναμπήκαμε στο πλοίο.Είχαμε ακόμα 4 ώρες για να φτάσουμε.Εγώ ανεβοκατέβηκα καταστρώματα και εξερευνούσα το πλοίο .Η μητέρα μου ανησυχούσε αλλά ο πατέρας μου κατα ένα περίεργο λόγο δεν είχε καμία ανησυχία.Λόγω επαγγέλματος θεωρούσε το πλοίο το πιο ακίνδυνο μέσο.
Αιστάνθηκα την αλμύρα της θάλασσας ,τα ρουθούνια μου γέμισαν από τον υγρό και μυρωδάτο αέρα και γενικά ήμουν ενθουσιασμένη.Με την θάλασσα είχα πάντα μια περίεργη εξοικίωση.Την λάτρευα την λαχταρούσα και όταν ήμουν μέσα στο νερό αισθανόμουν σαν γοργόνα.Μέχρι πολύ μεγάλη κολυμπούσα σαν δελφίνι ,βουτούσα από βράχους έκανα μακροβούτια και γενικά ήταν η αγάπη μου.Κάποτε ένας φίλος του γυιού μου με είπε <πουροδέλφινο>.
Κάποτε αρχίσαμε να πιάνουμε τα παράλια του νησιού.Καταπράσινο καμάρωνε στα νερά του Αιγαίου,και σου έδινε την εντύπωση ότι κάπως έτσι πρέπει να είναι ο Παράδεισος.
Παραλία παραλία φτάσαμε στο λιμάνι περνώντας την πρωτεύουσα με τα αρχοντικά της σπίτια που ήταν φιλοτεχνημένα από σπουδαίους αρχιτέτονες και ήταν ιδιοκτησίες των πιο επιφανών οικογενειών του νησιού.
Φτάσαμε μεσημεράκι,,ο καιρός ήταν γλυκός και η ατμόσφαιρα ευχάριστη. .Αισθανόμουν back home.
;Όμως μόλις φτάσαμε στο σπίτι η χαρά μεγάλωσε γιατί μπαίνοντας στα δρομάκια του προαστίου ,οι μυρωδιές με λίγωναν, γιασεμιά γιούλια πικροδάφνες και άλλες γνώριμες αισθήσεις και αναμνήσεις με συνέπαιρναν..Και το πιο εντυπωσιακό ήταν κάτι που δεν το είχα δεί ποτέ .Ο ποταμός που λέγαμε ήταν γεμάτος ανεμώνες ,κρινάκια και κυκλάμινα με τα ψιλόλιγνα κορμάκια τους και τα μωβιά κεφαλάκια τους γερμένα λίγο εμπρός σαν κοπελίτσες καλλίγραμες και ντροπαλές..
Το αυτοκίνητο σταμάτησε και οι άνθρωποι που ήταν όλοι δικοί μας και μας αγαπούσαν και τους αγαπούσαμε πήραν τις βαλίτσες και προχώρησαν πρώτοι.Ο πατέρας τους είχε δώσει κλειδιά και το σπίτι ήταν καθαρό και στολισμένο με λουλουδια και πιατέλες μα κουλουράκια και άλλα γλυκά.
Μου άρεσε πολύ αν και ήταν ένα μικρό σπίτι με τρία υπνοδωμάτια και ένα σαλονάκι ,μια μεγάλη κουζίνα και το λουτρό.Ηταν πολύ φωτεινο ασπροβαμένο εξωτερικά με γαλάζια παράθυρα και πορτα που είχε τζάμι και απ'εξω κάγκελα με σχέδια.Τα παρτέρια του φρεσκοφυτεμένα με κατηφέδες γαρυφαλιές και φούξιες και γλάστρες με τριαντάφυλλα διαφόρων χρωμάτων.Πίσω από το ένα παρτέρι υψωνόταν ένα τυχάκι που χώριζε την αυλή από το τα εσπεριδοειδή.Λεμόνια πορτοκάλια κίτρα και άλλα και στο βάθος το πηγάδι που στα παιδικά μου χρόνια το γύριζε ένα γαιδουράκι και τώρα είχε μετατραπεί σε ηλεκτροκίνητο για να στέλνει το νερό στην στέρνα και να ποτίζεται το περιβόλι με τα διάφορα ζαρζαβατικά.
Υπήρχε κααι ο περιβολάρης που ο πατέρας μου του είχε φιάξει στην άκρη του κτήματος ένα σπιτάκι για να μένει με την οικογένειά του και να φροντίζει το κτήμα.Καθώς μπήκαμε από την αυλόπορτα μου έκανε εντύπωση μια μωβ μποκαμβίλια που έπιανε όλα τα καγκελα και το γιασεμί που μοσκοβολούσε.
Οι άνθρωποί μας είχαν ετοιμάσει και φαγητό,δεν θυμάμαι τι ήταν αλλά μάλλον κανένα λαδερό απο το περιβόλι γιατί ήταν μεγάλη Πέμππτη.
Ξεκουραστήκαμε λίγο για να πάμε μετά στα 12 ευσγγέλια.Η αίσθηση όταν μπήκα στην εκκλησία ήταν κι αυτή αίσθηση αγαλίασης και ευλογίας.Εκεί συναντήσαμε όλους τους φίλους και γνωστούς και εμείς τα παιδιά βγαίναμε και πότε πότε έξω να πούμε δυό κουβέντες και να ξαναθυμηθούμε τις καλοκαιρινές τρέλλες.Έγινε και η σταύρωση με την αίσθηση που έπρεπε και αφού ακούσαμε κανα δυο ευαγγέλια ακόμα γυρίσαμε στο σπίτι γιατί είμαστε πολύ κουρασμένοι.
Τσιμπίσαμε κάτι και πέσαμε να κοιμηθούμε .Τα σεντόνια μοσκοβολούσαν όπως και ολόκληρο το σπίτι μύριζε καινουργίλα.
Οι μέρες κύλισαν γρήγορα και ευχάριστα .Εγώ κάθε πρωί έμπαινα στον ποταμο ,που ευτυχώς ήταν στεγνός γιατί δεν είχς βρέξει καθόλου και μάζευα ανεμώνες και κυκλάμινα.Μετά πήγαινα στο ν κήπο με τα ξυνά και έκοβα πορτοκάλια για να στίψουμε τις πορτοκαλάδες.
Μετά για το μποστάνι για να κόψω ότι καλλίτεερο έβρισκα.Υστερα ήμουν ελεύθερη να βρω τους φίλους μου και να περάσω ευχάριστες και διασκεδαστικές ώρες.ΟΙ μέρες πέρασαν γρήγορα ,αλλά αυτή η αλλαγή ήταν ότι το καλλίτερο μπορούσε να μου συμβεί.
Αλλωστε το καλοκαίρι ήταν κοντά και ο καιρός θα περνούσε γρήγορα.
Αυτό το Πάσχα ήταν από τα καλλίτερα της ζωής μου.Ήταν ένα συν στην ζωή μου ,,μαζί με όλα τα άλλα που είχα πάρει από την ζωή με τους γονείς μου.Πέρασα και δυσκολίες αλλά ανευ σημασίες γιατί από τη δύναμη που μου έδωσε ο Θεός για να αντιμετωπίσω τις δυσκολίες της μετέπειτα ζωής μου και απ'οτι ξέρω η παιδική ηλικά είναι βασικό στοιχείο στις δυνατότητες που θα εμφανίσεις ,,όταν έρθουν τα δύσκολα.
Ο Θεός με ευλόγησε με όλες του τις ευλογίες ,αλλά εγώ στεκόμουν στα δύσκολα .Αναρωτιώμουν αν φταίω εγώ και το συμπέρασμα που έβγαζα ήταν ότι εγώ κάτι δεν έκανα καλά.Μπήκα στην ορειβασία με ψηλοτάκουνα παπούτσια γιατί ποτέ στα νεανικά μου χρόνια δεν είχα αντιμετωπίσει κάτι που έπρεπε να αναλάβω ευθύνη.Δεν δούλεψα δεν συγχρωτίστηκα με παράξενα ,δεν επαναστάτησα ποτέ ,
ήταν επόμενο να πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου ,όταν με το καλημέρα σας άρχισαν τα δύσκολα. Είχα όλα τα αγαθά του Θεού .Καλόν άντρα άνεση οικονομική ,για μένα βέβαια που ήμουν μετρημένη σε όλα.Είχα φίλους συγγενείς που ήθελαν να βοηθήσουν αλλά ο Σταυρός ήταν δικός μου.Αν δεν ήμουν πάντα τόσο προστατευμένη και τόσο υπερκαταξιωμένη από τους γονείς και τους δασκάλους μου ίσως να ήξερα να παλεύω και να μην τα παίρνω όλα σαν προσωπική αποτυχία.
Δεν πειράζει όμως ,καλιο αργά παρά ποτέ ,,έμαθα το μάθημά μου και ίσως αυτοί οι άνθρωποι που ήταν δίπλα μου ,έτσι έπρεπε να είναι και ήταν και οι δάσκαλοί μου.
Ο Θεός ήρθε στην ζωή μου γιατί χρόνια τον αναζητούσα ,ήξερα πολλά για τον Θεό ,αλλά τον ίδιο δεν τον είχα συναντήσει.
Εκείνος βλέποντας τον αγώνα μου ,ήρθε στην ζωή μου ,και όλα άλλαξαν μέσα μου ,όχι εξωτερικά.
Τώρα αναρωτιέμαι τι μου συνέβει όλα τα χρόνια που έχοντας μια καλή ζωή δεν μπόρεσα να την ζήσω.
Ξέρω μου έλειπε η γνώση της αγάπης του Θεού.Δόξα σε σένα Κύριε που δεν αφήνεις απληροφόρητες τις καρδιές που σε αναζητούν.

Πολύ ωραίο! Προοδεύουμε! Έχετε ταλέντο στις περιγραφές και στα καλολογικά στοιχεία :)
ΑπάντησηΔιαγραφήΕυχαριστώ πολύ αγάπη μου.Αν και η γνώμη μιυ είναι ότι υστερώ σε αυτά τα στοιχεία.Αλλά αφού το λες το δέχομαι.
ΑπάντησηΔιαγραφή