Κάθε χρόνο μας έστελναν από το νησί του πατέρα μου,ένα αρνάκι η κατσικάκι για το Πάσχα.
Εννοείται ότι ήταν σφαγμένο.Εκείνη την χρονιά μας το έστειλαν πιο μπροστά να το μεγαλώσουμε εμείς.Είχαμε αυλές και κήπο στο σπίτι που μέναμε ,καθώς και εξωτερικά καταλύματα για να κοιμάται ,όταν έκανε κρύο.Εγώ μόλις το είδα τρελάθηκα από την χαρά μου.ήταν άσπρο και το τρίχωμά του ήταν βελούδινο.Το πήρα στην αγκαλιά μου ,σαν κούκλα και το τάισα μαρουλάκι και ότι άλλο βρέθηκε εκείνη την στιγμή μπροστά μου.Το αρνάκι έκατσε στην αγκαλιά μου ,και από εκείνη την στιγμή γίναμε αχώριστοι φίλοι.
Αισθανόμουν τέτοια τρυφερότητα για το όμορφο και ήμερο αυτό ζωάκι ,που η σκέψη και μόνο ότι θα το αφήναμε το βράδυ έξω,μου σπάραζε την ψυχή.Παρακάλεσα να το κρατήσουμε στο σπίτι,αλλά μου είπαν ότι δεν γίνεται γιατί θα λέρωνε.Με βαριά καρδιά ,συμφώνησα ,αλλά ήταν η πρώτη φορά που έκανα κάτι με κίνδυνο να τιμωρηθώ.Το βράδυ που κοιμόντουσαν όλοι ,πήγαινα και το έφερνα στο σπίτι ,και εκείνο ερχόταν και κοιμόταν στο κρεββάτι μου.Πρωί πρωί πριν ξυπνήσει κανείς ,το έβγαζα έξω και κουκουλωνόμουν ,ώσπου να έρθει η μητέρα μου ,να με ξυπνήσει για το σχολείο.Δεν έβλεπα την ώρα να γυρίσω από το σχολείο για να παίξω με το φιλαράκι μου.Ήταν πάντοτε από πίσω μου και ήταν σαν σκυλάκι.Καθόταν και το χάιδευα και μετά έβαζε την μουσουδίτσα του στο πρόσωπό μου και τριβόταν.
Δεν είχε πάει καθόλου από το μυαλό μου ,ότι το ετοίμαζαν για το Πασχαλινό τραπέζι.Κάποτε κάτι πήρε το αυτί μου και άρχισα να κλαίω γοερά.Δεν μπορούσαν να με συνεφέρουν από το θρήνο και τα αναφιλητά. Έτσι τους υποχρέωσα να μου υποσχεθούν ότι δεν θα το έσφαζαν.
Ησύχασα λοιπόν ,γιατί ούτε μου πέρασε από το μυαλό ότι δεν θα κρατούσαν την υπόσχεσή τους.Η σχέση μου με το φιλαράκι μου συνεχίστηκε και έφτασε στο βαθμό να με πηγαίνει το πρωί στο σχολείο και το μεσημέρι να είναι πάντα έξω από τη πόρτα του σχολείου ,ώσπου να χτυπήσει το κουδούνι και να με δει να βγαίνω για να γυρίσουμε μαζί στο σπίτι.Οι μέρες όμως περνούσαν και πλησίαζε το Πάσχα.
Την μεγάλη Πέμπτη ,η μητέρα μου με πήρε για να πάμε για ψώνια.ήμουν 8 χρόνων παιδάκι .Τρυφερό
ευαίσθητο ,που σε κάθε παρατήρηση που μου έκαναν τα μάτια μου γέμιζαν δάκρυα,
Κανείς δεν σκέφτηκε τις συνέπειες στην ψυχή αυτού του παιδιού ,που όταν γύρισε αντίκρισε το φρικτό θέαμα.Το αρνάκι μου κρεμασμένο ανάποδα σε ένα τσιγκέλι και μισογδαρμένο.Αυτή η εικόνα είναι ακόμα μέσα στα μάτια μου ,και ακόμα η ανάμνηση αυτή μου φέρνει ζάλη.
Σπάραξα όταν το είδα ,η μητέρα μου προσπάθησε να με απομακρύνει αλλά η ζημιά είχε γίνει.
Μου σκότωσαν τον φίλο μου το μωρό μου που το μεγάλωσα στη αγκαλιά μου ,που έκανα παρέα μαζί του ,που και στο σχολείο ακόμα πηγαίναμε μαζί.
Έζησα το θρίλερ της ζωής μου.όμως η εκπαίδευσή μου ήταν τέτοια που το θέμα σταμάτησε εκεί και οι γονείς σκέφτηκαν ,παιδί είναι θα το ξεχάσει.Αμ ΔΕ!!!!!!!!!!!!!!!Μέχρι τώρα αυτή η σκέψη όταν έρχεται στο νου μου ,με θλίβει και με κάνει να αναρωτιέμαι .Τα παιδιά της μετακατοχικής εποχής ,
έπρεπε να μην έχουν συναισθήματα ,έπρεπε να χωνέψουν αμάσητο ,ότι έλεγε η εξουσία?

Κατάλαβα !!!!!!!!!!!!Και εσύ με λυπήθηκες!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΒλακείες ε??????????????Ξεπέρασμένα ξενέρωτα.Τι να κάνουμε.Είναι η ηλικία!!!!!!!!!!!!!!!!!!!Φιλάκια.
ΑπάντησηΔιαγραφή