Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ.


 Αυτή της η περιέργεια να τα ερευνάει όλα, πολλές φορές της έβγαινε  σε κακό.Πόσες φορές
      βρίσκανε τα συρτάρια ανακατωμένο και τα ρούχα μισοσxησμένα.Πόσες φορές ,σκάλιζε τα πιάτα επάνω στο τραπέζι και τα άφηνε  σκαλισμένα  και χυμένα από εδώ και από εκεί.Οι τιμωρίες και οι φωνές δεν τις έβαζαν μυαλό.Και να πεις ότι ήταν μωρό?ήταν ήδη κοντά 10 χρόνων.ήταν πάρα πολύ όμορφη με κόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια.
Περπατούσε ανάλαφρα και ξαφνικά εκεί που δεν το περίμενες ,την έβλεπες σκαρφαλωμένη επάνω στον μπουφέ φαρδιά πλατιά και με μισόκλειστα μάτια τους κοίταζε όλους με ένα αθώο  βλέμμα σαν να μην έτρεχε τίποτα.Κανείς δεν μπορούσε να της κρατήσει κακία .
Το χειρότερο όμως ήταν ότι από καιρού εις καιρόν ,εξαφανιζόταν και έκανε ώρες να επιστρέψει.Επειδή την ήξεραν ,έκαναν για ένα διάστημα υπομονή,αλλά τελικά έβγαιναν στον δρόμο να την ψάξουν.Πότε ήταν κάπου και είχε παρέα σκαρφαλώνοντας σε δέντρα ,,η την έβρισκαν ξεμαλιασμένη και γδαρμένη από καυγά.Η τελευταία φορά όμως το παράκανε.Να πάει πιο πέρα και πιο πέρα ώσπου απομακρύνθηκε τόσο που και η ίδια τρόμαξα.
Προσπάθησε να γυρίσει πίσω αλλά στον δρόμο της επιστροφής κάποιος την πλησίασε της είπε όμορφα λογάκια ,την πήρε αγκαλιά και την οδήγησε σπίτι του. Της έβαλε να φάει και να κοιμηθεί και της υποσχέθηκε ότι το πρωί θα την γύριζε πίσω .Ταλαιπωρημένη ,κοιμήθηκε ελπίζοντας ότι ο άνθρωπος θα κρατούσε,τον λόγο του.όμως οι ημέρες περνούσαν και ιδιοκτήτης του σπιτιού παρά τις υποσχέσεις του ,την κρατούσε φυλακισμένη μέσα στο σπίτι. Έβαζε όλο το μυαλό της να σκεφτεί ένα τρόπο να το σκάσει.όμως πόρτες και παράθυρα ήταν σφαλισμένα με τέτοιο τρόπο που ούτε η δική της η εφευρετικότητα δεν ανταποκρινόταν με την δυσκολία.
Το βράδυ που γύριζε ο άνθρωπος που την απήγαγε ,της έβαζε φαγητό και νερό,αλλά εκείνη δεν ήθελε πια να φάει .Σκεπτόταν το σπίτι της και τους δικούς της που θα ανησυχούσαν πολύ.Τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα ,και υποσχόταν στον εαυτό της ότι αν μπορούσε να ξαναγυρίσει σπίτι της ,ποτέ πια δεν θα έκανε σκανταλιές.Θυμόταν τις αγκαλιές της μαμάς και του μπαμπά και τα γλυκά λογάκια που της λέγανε ,και η απελπισία γέμιζε την καρδούλα της.
Ένα απόγευμα ,ξαφνικά κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι φορώντας μάσκα και κρατώντας όπλο.
Έτρεξε να κρυφτεί και .ίσα που πρόλαβε.Ο άνθρωπος που μπήκε μέσα αφού έψαξε όλα τα δωμάτια και είδε ότι είναι μόνος του ,άδειασε το σπίτι από τα καλλίτερα αντικείμενά του.<<Ούτε εγώ δεν έχω ποτέ ανακατέψει το σπίτι έτσι>> Τέλος κάποια στιγμή ,ο άνθρωπος με το όπλο,έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.Τρέχοντας βγήκε έξω ,αλλά δεν ήξερε που να πάει.Εκεί κοντά ήταν ένα πάρκο και σκέφτηκε να διανυκτερεύσει εκεί..Πείναγε και δίψαγε ,ήταν απεριποίητη, κανείς δεν είχε βουρτσίσει τα μαλλιά της και κανείς δεν ασχολήθηκε με την καθαριότητά της.Έκατσε στο πάρκο μέχρι το πρωί .και ξεκίνησε την περιπέτειά της.Ξαφνικά σε ένα δέντρο αναγνώρισε τον εαυτό της σε μια αφίσα .Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ γιατί κατάλαβε την  αγωνία των δικών της.
Σκέφτηκε να κάτσει κάτω από την αφίσα ή να ανέβει στο δέντρο κοντά στην αφίσα μήπως περάσει κανείς και συσχετίσει τον εαυτό της με την φωτογραφία.Πράγματι δεν πέρασε πολύ ώρα και μια γυναίκα την είδε ,είδε και την αφίσα και της είπε<<.ώστε εσύ είσαι που σήκωσες τον κόσμο στο ποδάρι για να σε βρουν?.έλα μαζί μου>>, και εκείνη ακολούθησε .Την πέρασε από κάποιους δρόμους και κάποια στιγμή ,όλα άρχισαν να γίνονται γνωστά.Τρέχοντας έφτασε στο σπίτι και από το γνωστό της πέρασμα μπήκε στην κουζίνα.Η γυναίκα που την βρήκε έτρεξε πίσω της.Κτύπησε το κουδούνι .Της άνοιξε μια κοπέλα που φαινόταν πολύ στεναχωρημένη.Η γυναίκα της είπε.<<Σας την έφερα>>Η χαρά της κοπέλας δεν περιγράφεται ,πήγε στην κουζίνα,βρήκε την δραπέτισσα ,την πήρε αγκαλιά και μπήκε στο σαλόνι να ευχαριστήσει την γυναίκα που την έφερε.Της έδωσε και τα εύρετρα που είχε ανακοινώσει και η γυναίκα έφυγε λέγοντας στην φλογερή κοκκινομάλλα .<<Κοίτα να μην το ξανακάνεις >>.Τρελή είμαι σκέφτηκε η ομορφούλα .Η μαμά την πήγε στο μπάνιο ,την έπλυνε την χτένισε με την δική της βούρτσα ,και σκεπασμένη με μια πετσέτα την έβαλε κοντά στο τζάκι ,φέρνοντάς της το αγαπημένο της φαγητό.Friskies ψάρι. Αφού έφαγε ,,ανέβηκε στην αγκαλιά της μαμάς γουργουρίζοντας από ευχαρίστηση χρρρρρρρρρρρρρρ.

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Άχου... και τρόμαξα!!! Λέω για ποιαν τα λέει αυτά τώρα; Μήπως θέλει να μου περάσει ένα κρυφό μήνυμα; Καλά, μην ανησυχείτε τόσο. Η περιέργια υπάρχει, αλλά πάντα μέσα στο ... comfort zone μας. Απλά για να σπάει τα νεύρα των άλλων, και βέβαια να μην βγαίνει σε κακό αλλά ούτε και σε καλό... Νιάου, κουάκ :P

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό να κάνω μια συσχέτιση.Αλλά λες να ήταν ασυνείδητη σκέψη που ξέφυγε χωρίς να το καταλάβω?

    ΑπάντησηΔιαγραφή