Ζούσα σ' ένα σπίτι που όλοι έδειχναν ότι με αγαπούσαν.Είχα στέγη τροφή χάδια σχετική ελευθερία .Δηλ. τόσκαγα όταν έβρισκα την πόρτα ανοιχτή, έκανα την βόλτα μου και ξαναγύριζα την ώρα του φαγητού.Κουτή ήμουν?Με είχαν μαζέψει από το δρόμο και τα παιδιά του σπιτιού με ήθελαν πολύ.Ειδικά το μικρότερο που ήταν κορίτσι μου έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία.Ο καιρός περνούσε και η ζωή μου ήταν τακτοποιημένη.Όμως κάτι μου έλεγε ότι οι μεγάλοι της οικογένειας κάτι σχεδίαζαν πίσω από την πλάτη μου.Τους άκουσα να λένε ότι έπρεπε να με διώξουν.Δεν ξέρω γιατί.Το μικρό της οικογένειας το απειλούσαν ότι αν έρθει ο πατέρας από το ταξίδι ,δεν θα δεχότανε την παρουσία μου με καμία δύναμη.Μια μέρα κτυπάει η πόρτα, τα παιδιά έλειπαν όλα στο σχολείο .Ξαφνικά βλέπω ένα ψηλό μαυριδερό άντρα με ένα μαύρο μουστάκι ,να μπαίνει μέσα κρατώντας ένα τσουβάλι.Από ένστικτο κρύφτηκα κάτω από ένα κρεβάτι.Μπουμπού ,έλα ,έλα .Η μαμά του σπιτιού κρατούσε στα χέρια της μια λιχουδιά,αλλά εγώ δεν γελάστηκα και δεν βγήκα.Κάποια στιγμή με ανακάλυψαν ,με τράβηξαν και μετά δυσκολίας γιατί αντιστεκόμουν,με έχωσαν μέσα στο τσουβάλι.
Εδόθησαν οι οδηγίες και ο μαυριδερός με πήρε.Πηγαίναμε πηγαίναμε ,ώσπου κάποια στιγμή κατάλαβα ότι μπήκαμε σε κάποιο μεταφορικό μέσο.
Δεν έβλεπα τίποτα ,το τσουβάλι ήταν πυκνό αλλά μύριζα μυρωδιές ανθρώπινες .άκουγα κουβέντες και άγνωστες φωνές .Μέσα στο τσουβάλι ήμουν αρκετή ώρα,ώσπου κάποια στιγμή φτάσαμε κάπου και κατεβήκαμε από το τραμ.έτσι άκουσα να το λένε.Τότε το τσουβάλι ανοίχτηκε και εγώ βρέθηκα σε μια ξένη γειτονιά που δεν την ήξερα καθόλου ,και δεν μου μύριζε τίποτε το γνωστό.
Ο μαυριδερός έφυγε και με άφησε μέσα στην μέση ενός άγνωστου δρόμου.Είχα αρχίσει να πεινάω και να διψάω.Σε ένα σκουπιδοτενεκέ ,τσακώθηκα με μια γάτα που είχε βρει κάτι αποφάγια και προσπαθώντας να τα προστατέψει μου έγδαρε τη μύτη.,<Σιγά που θα έτρωγα εγώ από τα σκουπίδια.>
Προχωρούσα στα τυφλά μυρίζοντας μήπως κάτι γνωστό έρθει στην οσμή μου.Τίποτα δεν γινόταν .Ήμουν πολύ μακρυά ,τον δρόμο δεν τον περπάτησα ,/ήμουν κλεισμένη στο τσουβάλι,με φέραν με το τραμ ,τίποτα δεν μου θύμιζε κάτι γνωστό.
Εξαντλήθηκα από το περπάτημα.Ευτυχώς στην άκρη του δρόμου σε μια λακκούβα βρήκα λίγο νερό και ήπια να μην λυσσάξω
Άρχισε να νυχτώνει και δεν ήξερα τι να κάνω.Πήγα σε μια γωνία που είχε μια μικρή εσοχή,κουλουριάστηκα και προσπάθησα να κοιμηθώ.Κάποια ώρα και πριν ξημερώσει ξύπνησα από το γουργουρητό της κοιλιάς μου.Πεινούσα ,πεινούσα πολύ.Προχώρησα όμως παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο ,γιατί το σπίτι μου ήταν σε παραλία.Κάποια στιγμή είδα ένα όχημα και μου φάνηκε ότι ήταν σαν κι αυτό που με μετέφερε εκεί που με άφησαν.Μια στιγμή πρόφτασα να το δω τότε ,αλλά ήμουν βέβαιη ότι ήταν αυτό.Έτρεξα από πίσω του αλλά δεν μπόρεσα να το ακολουθήσω για πολύ.έτρεχε πιο πολύ από εμένα.Συνέχισα τον παραλιακό δρόμο,κάνοντας τον βηματισμό μου πιο αργό.Σε ένα πεζούλι κοντά στην θάλασσα είδα ένα παιδί που είχε ένα ξύλο στο κεφάλι του.
Δεν κατάλαβα τι ήταν αλλά κάτι μύριζε όμορφα.Πήγα κοντά του και άρχισα να κουνάω την ουρά μου.
Το παιδί έσκυψε με καλοσύνη και με χάιδεψε.<Καημένο μου πεινάς?>Κατέβασε το ξύλο από το κεφάλι του που περιείχε λαχταριστά κουλούρια.Έβγαλε ένα και μου το έδωσε.Κούνησα πάλι την ουρά μου και του έγλυψα το χέρι. Κάθισα στα πόδια του και ασχολήθηκα με το να καταβροχθίσω το κουλούρι.
Ήταν το πρώτο ευχάριστο που μου συνέβη από την ώρα που με έβαλαν στο τσουβάλι.Το παιδί με ξαναχάιδεψε και σηκώθηκε να φύγει.Ο δρόμος που πήρε δεν μου έκανε γιατί εγώ ήθελα να πηγαίνω όλο θάλασσα. Πίστευα ότι θα έβρισκα το σπίτι μου με αυτόν τον τρόπο.Εκείνο που δεν ήθελα να σκέπτομαι ήταν ,αφού έτσι με έδιωξαν και να γύριζα πίσω θα με δεχόντουσαν η αυτή τη φορά θα με έβαζαν στο τσουβάλι και θα με φουντάριζαν στην θάλασσα.
Δεν το πίστευα γιατί τα παιδιά και ειδικά το μικρό με αγαπούσαν .Συνέχισα λοιπόν και όποτε έβλεπα τραμ έτρεχα από πίσω του.Κάποιο απ'άλα μου έφερε γνωστές μυρωδιές.Σε καλό δρόμο βρίσκομαι σκέφτηκα.
Έκατσα να ξεκουραστώ λίγο,αλλά μια κλωτσιά που δέχτηκα στα οπίσθια ,με τρόμαξε πολύ και ήμουν έτοιμη να χυμήξω.Γυρνώντας όμως είδα έναν άντρακλα δύο μέτρα και πήρα την απόφαση να φύγω αξιοπρεπώς χωρίς να δώσω ευκαιρία για μεγαλύτερη βιαιοπραγία.
Συνέχισα να περπατάω αλλά όσο περπατούσα τόσο πιο πολύ έκανα μαύρες σκέψεις.<Τι κάνω που πάω, θα φτάσω ποτέ?>Με το κεφάλι μου γεμάτο σκέψεις παρά λίγο να με πατήσει ένα αυτοκίνητο.Έφυγα τρέχοντας προς την άλλη πλευρά που υπήρχε πεζοδρόμιο.Εκεί έξω από ένα σπίτι ένα κοριτσάκι έτρωγε κάτι.Πήγα κοντά κουνώντας την ουρά μου.Ήξερα ότι τα παιδιά αγαπούν τα σκυλιά,και ήλπιζα σε μια μπουκιά ψωμί. Το κοριτσάκι πράγματι έκοψε ένα κομμάτι και ήταν έτοιμο να μου το δώσει όταν μια αγριογυναίκα βγήκε και πριν προλάβει το παιδί να κάνει την κίνηση μου εκσφενδόνισε ένα κουβά βρομόνερο .Τρέμοντας από τον φόβο και από το κρύο έτρεξα να κρυφτώ.
Τινάχτηκα όσο μπορούσα και μετά άρχισα να τρίβομαι πάνω στο χώμα για να στεγνώσω.Εν τω μεταξύ άρχισε να νυχτώνει.Δεύτερη βραδιά στο δρόμο ,νηστική κουρασμένη να τρέμω από το κρύο και να αισθάνομαι βρώμικη και αποκρουστική.
Έψαξα για μια γωνιά ήσυχη να κρύψω την κατάντια μου.Πίσω από ένα δέντρο υπήρχε μια κουφάλα και εκεί μέσα κούρνιασα.Κοιμήθηκα αλλά όχι καλά ,,η κοιλιά μου γουργούριζε από την πείνα και η σκέψη μου ήταν στην συνέχεια.Σηκώθηκα και ήμουν καταπονημένη και απογοητευμένη.Το μόνο που μου έλειπε τώρα ήταν να συναντήσω και τον μπόγια.Είχα πείρα και γιαυτό φοβόμουνα. Άρχισα να προχωράω πάλι από την μεριά της παραλίας.Τρίτη μέρα στο δρόμο.Αλλά τώρα ούτε να τρέξω μπορούσα ούτε να έχω την ουρά μου όρθια.Αυτό που λένε έβαλε την ουρά του κάτω από τα σκέλια του, αυτό μου συνέβαινε. Σιγά σιγά άρχισε να ξημερώνει και τα μαγαζιά ένα ένα άνοιγαν.Μπροστά από ένα φούρνο σταμάτησα γιατί τα ψωμιά που ψήνανε μου έσπαζαν την μύτη.
Έκατσα ήσυχα ήσυχα σε μια γωνιά και περίμενα.Άραγε θα μούδιναν κανένα κομμάτι ψωμί η καμιά κλωτσιά στα πισινά?Ευτυχώς ένα νεαρό παιδί βγήκε από το φούρνο και με είδε πόσο αξιολύπητη ήμουν και μου έφερε κάτι κομμάτια ψωμιού που είχαν περισσέψει από χτες.<Έλα κακόμοιρο >μου είπε.<από πότε έχεις να φας?>Πήγα κοντά και άρχισα να τρώω τα ξεροκόμματο.Από το ολότελα?Μετά λίγο πιο καρδαμωμένη του κούνησα την ουρά μου και έφυγα τρέχοντας αυτή την φορά.
Ακολούθησα πάλι το τραμ που είχε αρχίσει να λειτουργεί και πήγαινα παράλληλα για αρκετή ώρα.
Μετά κάθισα να ξεκουραστώ λίγο και συνέχισα.Ο ήλιος είχε βγει και στην μύτη μου έρχονταν γνώριμες οσμές.Αυτό με ενεθάρρυνε.Προχώρησα κι άλλο και κατάλαβα ότι σ' αυτά τα μέρη είχα ξανάρθει όταν τόσκαγα από το σπίτι.Συνέχισα ,τώρα μυρίζοντας το έδαφος και έβρισκα ακόμα μυρωδιές των δικών μου πατουσών.ΑΑΑΧ!!!!!!!!!!!!Κοντά είμαι σκέφτηκα .Πραγματικά σε λίγο βρισκόμουν στα δικά μου λημέρια.Τώρα όμως ήθελα να είμαι βέβαιη ότι τα παιδιά είχαν γυρίσει από το σχολείο για να μην βρεθώ μπροστά σε κάποια δυσάρεστη έκπληξη.
Πράγματι η ώρα είχε περάσει και έβλεπα παιδιά μπουλούκια που σήμαινε ότι το σχολείο είχε κλείσει για μεσημέρι.
Με μεγάλο φόβο και αγωνία πλησίασα το σπίτι μου.Ήταν σπίτι μου ,τα είχα όλα και ξαφνικά με εξαπέστειλαν με αυτή τη σκληρότητα.Δεν μπορούσα να το φανταστώ.Τι έγινε και τι θα γίνει τώρα?
ήμουν πια στην γειτονιά μου .Τα κατάφερα μετά από τρεις ημέρες να βρω τον δρόμο.
Στάθηκα έξω από την πόρτα ,δεν τόλμησα να γαβγίσω αλλά περίμενα να δω κάποιο από τα παιδιά.
Πράγματι σε λιγότερο από δύο λεπτά /ήρθε το πρώτο και ήταν αυτό που ήθελα να δω.ήταν το κοριτσάκι που μόλις με είδε έτρεξε με πήρε αγκαλιά χωρίς να την νοιάξουν τα χάλια μου.
Μπουμπού μου ,που ήσουνα γιατί έφυγες?Τι σου κάναμε?Βροχή οι ερωτήσεις αλλά πως να της εξηγήσω?Το μόνο που έκανα ήταν να αρχίσω να κουνάω την ουρά μου και να γλύφω τα χέρια της.
Η μικρή με πήρε αγκαλιά και άρχισε να φωνάζει.<Μαμά μαμά κοίτα τι σου φέρνω><Τώρα σώθηκα σκέφτηκα με πίκρα σιγά μην χαρεί η μαμά>Η μαμά βγήκε και έμεινε άναυδη όταν με είδε.Καλά πως γύρισε μονολόγησε.Εν τούτοις μου καλομίλητε και μας έβαλε μέσα.Η μικρή με πήρε μου έβαλε νεράκι και φαγητό και μου είπε ότι όταν ξεκουραστώ θα με πάει για μπάνιο.Αυτό δεν με ενθουσίασε αλλά το βρήκα απαραίτητο.Εν τω μεταξύ η μαμά μιλούσε με τη θεία της χαμηλόφωνα.Το αυτί μου όμως το έπιασε.Της έλεγε ότι το καημένο το ζωντανό ποιος ξέρει τι τράβηξε για να τα καταφέρει να γυρίσει.Μετά από αυτό το σκυλί θα μείνει εδώ .Να μην ξαναπείς τίποτα.Κατάλαβα ότι άλλος ήταν ο ιθύνων νους.Ήμουν ενθουσιασμένη .Δεν κινδύνευε πια η θέση μου και όχι μόνο αυτό ήμουν και στα μάτια τους ήρωας.
Όντως από τότε έζησα ήσυχη και μάλιστα όταν ήρθε ο πατέρας από το ταξίδι όχι μόνο δεν είχε αντίρρηση αλλά όταν του είπαν τι είχε γίνει,θύμωσε.πολύ και ειδικά με την θεία που την είχε άχτι .Αλλά η μικρή μου μαμά,την λάτρευε σχεδόν όσο και εμένα.
Αυτή είναι η περιπέτεια που με σημάδεψε αλλά και με έμαθε ότι δεν πρέπει να κρίνω ανθρώπους που δεν φταίνε ,και να συγχωρώ αυτούς που κατά την γνώμη μου έφταιξαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου