Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Η ΦΥΓΗ.

Η Ελενίτσα από μικρό παιδί είχε τάσεις φυγής.Συνεχώς είχε στο μυαλό της να φύγει από το σπίτι και να πάει κάπου που θα έβρισκε αυτό που ονειρευόταν.Δεν ήξερε τι ήταν αυτό .Το μόνο που φανταζόταν ήταν ότι ένα βράδυ ,μία άμαξα με δύο άλογα θα σταματούσε έξω από την πόρτα της ,θα της κτυπούσε το καμπανάκι και εκείνη που πάντα είχε έτοιμη μια βαλιτσούλα με λίγα ρουχαλάκια μέσα θα ανέβαινε στην άμαξα και θα άφηνε τον αμαξά να την οδηγήσει στο άγνωστο.
Πως το είχε φανταστεί το παιδικό της μυαλό και τι ήταν αυτό που την είχε οδηγήσει σ' αυτήν την φαντασίωση δεν ήξερε.Η ζωή της φαινόταν πολύ βαρετή μέσα στο σπίτι ,και οι χώροι που εκινείτο ήταν κι αυτοί μουντοί και θλιβεροί.
Ήθελε να πετάξει με τα δικά της τα φτερά ,και περίμενε την ώρα που θα ερχόταν η άμαξα να την πάρει.Ζούσε στον κόσμο της και σχεδίαζε το μέλλον.Τα χρόνια που περνούσαν την απογοήτευαν .Τίποτα το ενδιαφέρον τίποτα το καινούριο.
Η ημέρα της και σήμερα ήταν μία από τα ίδια.Τέλειωσε τις υποχρεώσεις της καληνύχτισε την οικογένειά της και πήγε να κοιμηθεί.Το μωρό ήταν δίπλα της στο καρότσι.Από συνήθεια είχε και για το μωρό αλλαξιές και γάλα και νερό ζεστό σε ένα θερμός.Αν ερχόταν απόψε η άμαξα έπρεπε να είναι έτοιμη και να φύγει χωρίς να κάνει θόρυβο.
Κοιμήθηκε αμέσως.Ήταν μια πολύ κρύα βραδυά και έριχνε χιονόνερο.Κάποια στιγμή άκουσε ένα καμπανάκι .ήταν σαν κι αυτό που είχε στο μυαλό της ότι θα χτύπαγε.Άνοιξε τα μάτια της και σκέφτηκε.<Πάλι η φαντασία μου μου παίζει παιχνίδια..>Αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει την σκέψη της ,και το καμπανάκι ξανακούστηκε.Άνοιξε λίγο το παράθυρο και είδε το αντικείμενο του ονείρου της.Η άμαξα ήταν εκεί και την περίμενε.Εν τω μεταξύ το χιόνι είχε στρωθεί στον δρόμο και στο πεζοδρόμιο.
Φτου μονολόγησε η Ελένη.Θα μου κρυώσει το μωρό.όμως δεν θα άφηνε την ευκαιρία της ζωής της να πάει χαμένη.Πήρε το μωρό από το καρότσι,το σκέπασε με μια ζεστή κουβερτούλα ,πήρε την βαλιτσούλα της και τα ρουχαλάκια του μωρού,άνοιξε σιγά σιγά την πόρτα και έτρεξε να μπει στην άμαξα.Όταν μπήκε μέσα έτριβε τα μάτια της.Μέσα το αμάξι ήταν ντυμένο με γούνα ,και μια γλυκιά θαλπωρή την έκανε να αισθανθεί τόσο όμορφα ,ξαπλώθηκε στον καναπέ πήρε το μωρό στην αγκαλιά .Το μωρό είχε ανοίξει τα ματάκια και κοίταζε την μανούλα χαμογελώντας.
Το άλλαξε του έδωσε το γάλα του,και το έβαλε να κοιμηθεί δίπλα της στον καναπέ το βελούδινο με τα γουναρικά.Εν τω μεταξύ η Ελένη προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον αμαξά. Δεν κρυώνεις?του είπε.όχι καθόλου απάντησε ο αμαξάς εμένα το χιόνι είναι η φυσική μου κατάσταση.<και που πάμε> ρώτησε η Ελένη.΄<έχεις καμιά προτίμηση ΄>ρώτησε ο αμαξάς<.Τότε θα σε πάω στην γιαγιά.>της είπε ο αμαξάς.Η Ελένη δεν ήξερε τίποτα περί γιαγιάς αλλά δεν ήταν ώρα για επιλογές.
Ταξίδευαν όλη νύχτα .Το χιόνι ήταν πυκνό και ο αμαξάς πολλές φορές κατέβαινε να ανοίξει χώρο για να περάσουν.Κάποια στιγμή ο αμαξάς της είπε ότι κοντεύουν.Η Ελένη άνοιξε τα κουρτινάκια να δει το χιόνι  αλλά με μεγάλη της έκπληξη είδε να ξημερώνει μια λαμπρή μέρα και καθώς ο ήλιος΄άρχισε να ανατέλλει ,ένας καταγάλανος ουρανός χωρίς ούτε ένα συννεφάκι της χαμογέλασε.
Η Ελένη κατάλαβε ότι εκεί που ήταν τώρα πρέπει να ήταν άνοιξη .Μα που είχαν πάει και σε τόσες λίγες ώρες φτάσανε σε ένα τόπο που ήταν ήδη άνοιξη!!!!!!!!!!!!!
Σε πέντε λεπτά είχαν φτάσει στον προορισμό τους.Ήταν μπροστά σε ένα θαύμα.Ένα σπιτάκι στο βάθος ενός κήπου γεμάτο παρτέρια με μοσχομυριστά λουλούδια που αλλού άνθιζαν ανάλογα με την εποχή εδώ ήταν ΄τα λουλούδια όλων των εποχών.Τριαντάφυλλα γαρύφαλλα γιασεμιά μαργαρίτες ,ανεμώνες κυκλάμινα και ότι μπορεί κανείς να φανταστεί.
Πιο πίσω ένα περιβόλι με δέντρα καρποφόρα γεμάτα από λαχταριστά φρούτα όλων των εποχών.Από πορτοκάλια ,μήλα ,αχλάδια μέχρι πεπόνια και καρπούζια ,ακόμα ζαρζαβάτια και φανταστικές ντομάτες σαν ζωγραφιστές.Η Ελένη έτριβε τα μάτια της,μπήκε στο σπίτι για να γνωρίσει την γιαγιά .
Αντίκρισε μια όμορφη καλοσυνάτη και ροδομάγουλη γυναίκα γύρω στα 60 που η μορφή της εξέπεμπε μια γλύκα και μια τρυφερότητα που σε αγκάλιαζε με το βλέμμα της .Η Ελένη πλησίασε κοντά της και έπεσε στην αγκαλιά της.Η γιαγιά την χάιδεψε την φίλησε την καλωσόρισε και έσκυψε να σηκώσει το μωρό από το καρότσι.Το μωρό κούρνιασε στην αγκαλιά της και κοιμήθηκε.
Πως το λες ?ρώτησε η γιαγιά?<Χαρά >απάντησε η Ελένη .Είναι η χαρά της ζωής μου.Σ' αυτήν λέω τα προβλήματά μου και σ' αυτήν την χαρά μου.Είναι το μεγαλύτερο δώρο που είχα ποτέ.
Η γιαγιά έβαλε σε ένα κρεββατάκι με κάτασπρα σεντονάκια το μωρό και είπε της Ελένης να ξεκουραστεί.Η Ελένη προτίμησε να βγει στον κήπο να κόψει φρούτα.η γιαγιά της έδωσε ένα καλάθι ενώ ετοίμαζε το πρωινό.Φρέσκο γάλα από τις κατσικούλες της ,ψωμί ψημένο στον ξυλόφουρνό της,μηλόπιτα που μόλις είχε βγάλει από τον φούρνο,κουλουράκια βούτυρο,και μαρμελάδα πορτοκάλι από τα δέντρα του περιβολιού.Η Ελένη γύρισε ενθουσιασμένη με το καλάθι γεμάτο.Κάθισε στο τραπέζι κοντά στην γιαγιά και άρχισαν να πίνουν το γάλα τους κουβεντιάζοντας.
Γιαγιά με περίμενες?ρώτησε η Ελένη.Ναι κόρη μου σε περίμενα.Και πως το ήξερες ότι θα έρθω?
Ήμουν μέσα στο όνειρό σου από τον καιρό που άρχισες να έχεις αυτές τις τάσεις της φυγής.
Ο κυρ Μανώλης ο αμαξάς πάντα μου φέρνει τα κοριτσάκια που δεν θέλουν να μείνουν στο σπίτι τους εδώ.Είναι κανείς που σε κακομεταχειρίζεται στο σπίτι σου ?ρώτησε η γιαγιά.όχι κανείς .Όλοι με αγαπάνε.Και εσύ τους αγαπάς? πολύ απάντησε η Ελένη<.Πως λοιπόν ήθελες να φύγεις από το σπίτι σου> Γιαγιά φαίνεται ότι ήθελα να σε γνωρίσω και να ζήσω σ' αυτόν τον παράδεισο.
ήθελα να ζήσω κάτι διαφορετικό αλλά δεν θέλω να κάνω κακό σε κανένα τους αγαπάω όλους ,αλλά φαίνεται ότι η φαντασία μου έτρεχε πριν από το μυαλό μου.
Τι να κάνω τώρα ?Τίποτα της είπε η γιαγιά.Θα μείνεις λίγο μαζί μου και μετά θα το κανονίσω.
όσο για την χαρά ,θα έλθει στην ζωή σου όταν έρθει η ώρα.
Η Ελένη  έπαιξε στον κήπο έκοψε φρούτα ,χάρηκε τον ήλιο,και τις σοφές κουβέντες της γιαγιάς .Ήρθε η νύχτα και γεμάτη ευφορία και πλημμυρισμένη από συναισθήματα καληνύχτισε την γιαγιά φίλησε την Χαρούλα και έπεσε να κοιμηθεί με ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της.
<Ελενίτσα ξύπνα> άκουσε μια φωνή.Δεν ήταν της γιαγιάς.Άνοιξε τα μάτια της και είδε μπροστά της την μαμά της.<Κεφάκια σήμερα?>Καιρό είχα να σε δω έτσι.Και τι θέλει το καρότσι με την κούκλα σου δίπλα σου?Μεγάλωσες πια.Η Ελένη σηκώθηκε αγκάλιασε την μητέρα της και την φίλησε.Συγγνώμην,της είπε.Γιατί ρώτησε περίεργη η μαμά, για την κούκλα ?δεν πειράζει.
όχι γιαυτό μουρύρισε μέσα από τα δόντια της,αλλά έχω καιρό θα μεγαλώσω ,δεν θα μεγαλώσω???????????


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου