Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Η ΒΙΚΤΏΡΙΑ.

Το 1954 ο μικρός μου ο αδελφός  το σάντουιτς που λένε οι ψυχολόγοι,γλύτωσε από ένα ναυάγια.
Ένα πλοίο εμβόλισε το πλοίου στο οποίο ο αδελφός μου ήταν μέρος του πληρώματος.Πέντε παλικαράκια στην ηλικία του κάτω από 20 χρόνων εγκλωβίστηκαν στις καμπίνες τους και βρήκαν τραγικό θάνατο.Ο αδελφός μου ήταν στο κατάστρωμα και μόλις ο καπετάνιος έδωσε εντολή πέστε στη θάλασσα ,το πλοίο βουλιάζει,βούτηξε στο νερό.Άριστος κολυμβητής καθώς και όλα τα αδέλφια,βγήκε στην στεριά παγωμένος και καταβεβλημένος ,όχι από το κολύμπι ,αλλά γιατί ήξερε ότι χάθηκαν συνάδελφοι.Εμείς το μάθαμε από τις εφημερίδες αλλά για καλή μας τύχη ο αδελφός μου φιγουράριζε στην φωτό και έτσι ξέραμε ότι ήταν ζωντανός.Ο αδελφός μου γύρισε και ήταν ένα ερείπιο.Ψυχολογικά πεθαμένος ,δεν μιλούσε καθόλου ,και είδαμε και πάθαμε να τον κάνουμε να μιλήσει.Δοξάσαμε τον Θεό για την σωτηρία του παιδιού μας αλλά η μητέρα μου ήθελε να κάνουμε
και κάτι καλό για κάποιον που είχε ανάγκη.
Έτσι το καλοκαίρι που πήγαμε στο νησί ο αδελφός μου βάφτισε ένα κοριτσάκι μια οικογένειας που δύσκολα τα έφερνε βόλτα και ανέλαβε τις ανάγκες του.Εκτός από αυτό πήραμε μαζί μας το μεγαλύτερο κορίτσι τους που τότε ήταν 12 χρόνων.ήταν ένα πολύ συμμαζεμένο παιδάκι αδυνατούλι και μαυριδερό,τριγυρνούσε πάντα ξυπόλυτο και η μητέρα του με ευχαρίστηση μας την έδωσε δήθεν για να βοηθάει στο σπίτι.Το κοριτσάκι μπορεί να βοηθούσε την μαμά της αλλά οι συνθήκες εκεί ήταν τελείως διαφορετικές.Ήρθαμε λοιπόν μαζί με την Βικτώρια και άρχισε η εκπαίδευσή της.Το πιο δύσκολο πράγμα ήταν να μάθει να φοράει παπούτσια.Πολλές φορές την μάζεψα από τις σκάλες που είχε κουτρουβαλήσει φορώντας τα παπούτσια που της πήραμε και την υποχρεώσαμε να φοράει.
Εγώ την λυπόμουν και όταν δεν μας έβλεπε η μαμά της έλεγα να τα βγάλει για να αισθανθεί άνετα.Το κοριτσάκι ερχόταν κοντά μου με τα μάτια βουρκωμένα και με έκανε μια αγκαλιά.Σιγά σιγά άρχισε να μαθαίνει.Η μητέρα μου όπως το συνήθιζε της αγόραζε ρουχαλάκια παρόμοια με τα δικά μου.Αυτό έκανε πάντα όταν είχαμε κάποια κοπελίτσα κοντά μας που οι γονείς τους γνωρίζοντάς μας, ήθελαν να την έχουμε κοντά μας.
Η Βικτώρια ήταν πολύ μικρή και πολύ άσχετη.Αυτά που μπορούσε να κάνει ήταν να πλύνει κάνα πιάτο και να βάλλει φαγητό στις κοτούλες που είχαμε στον κήπο.Πράγματα που τα ήξερε από το σπίτι της.Εγώ την μάθαινα να με βοηθάει αλλά το καημένο δεν φτουρούσε.Εν τω μεταξύ εγώ αισθάνθηκα ότι ήταν ένα παιδί που ήθελε προστασία και εκπαίδευση.
Μέχρι μαθήματα της έκανα .Να διαβάζει να γράφει ,να εκφράζεται.Εκείνη είχε κολλήσει επάνω μου και όταν πήγαινα να την αγκαλιάσω η να της πω μπράβο για κάτι που έκανε σωστά τα μάτια της έτρεχαν δάκρυα και μια ευγνωμοσύνη σαν εκείνη που βλέπεις στα αγαπημένα κατοικίδια τα σκυλάκια,εξέπεμπαν τα μάτια της.
Η Βικτώρια ξεγύρισε έγινε μια χαρά κοπέλα και όταν ήρθε η ώρα να την αποχωριστούμε και να μας αποχωριστεί εκεί έγινε ο θρήνος.Είδα και έπαθα να την ηρεμήσω και να την διαβεβαιώσω ότι όποτε ήθελε θαρχόταν ξανά.
Τα χρόνια πέρασαν εγώ παντρεύτηκα ,εκείνη όταν οι γονείς μου πήγαιναν στο νησί πήγαινε και τους βοηθούσε αλλά τώρα με εμπειρία και γνώση.Προ πάντων όμως με αγάπη.Εγώ πήγα μερικές φορές με τα παιδάκια μου αλλά μετά πήραμε εξοχικό με αποτέλεσμα να στερήσουμε την χαρά του πατέρα μου να μας βλέπει.
Πολλά χρόνια δεν πήγα στο νησί αλλά όταν η κόρη μου έκανε το παιδάκι της ,ήταν χρονιάρικο και λίγο παραπάνω το πήρα και πήγα ,αλλά όχι στο πατρικό γιατί μέχρι τότε είχαν γίνει πολλά  Η Βικτώρια δούλευε στο αεροδρόμιο του νησιού και μόλις μας είδε να πλησιάζουμε ,μεγάλη γυναίκα πια ,αλλά το ίδιο ευαίσθητη ,έτρεξε μας αγκάλιασε μου πήρε το μωρό από την αγκαλιά και τα δάκρυα ως συνήθως ποτάμι.
Την Βικτώρια έχω να την δω από τότε αλλά είναι στις αναμνήσεις μου που δεν ξεχνιούνται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου